Η λέξη Αβάρα αποτελεί φραγκολεβαντίνικο κοινό ναυτικό κέλευσμα.
Συνήθως το κέλευσμα «αβάρα!» δίδεται από τον «λέμβαρχο» προς τον «πρόκωπο» της λέμβου ή τον Κυβερνήτη μικρού περιπολικού σκάφους προς τον ναύτη της πλώρης. Είναι ο αντίστοιχος του επίσημου κελεύσματος «άπωσον !».
Αποτελεί τη προστακτική του ρήματος «αβαράρω» εκ του ενετικού «βαράρε».
Με την εντολή αυτή ο ναύτης προς τον οποίον και η εντολή προσπαθεί με «κορακωτό κοντό» (κοντάρι που καταλήγει σε άγκιστρο, γάντζο) να αποτρέψει τη συνέχεια της πλεύσης του σκάφους βάζοντας τούτο ως αντέρεισμα (κόντρα) στο πλησιέστερο σταθερό έρεισμα (βράχο, προβλήτα, άλλο σκάφος ή και προς το βυθό όταν είναι ρηχά).
Επίσης λίγο συνώνυμος όρος – κέλευσμα είναι και η λέξη «αλάργα» που περισσότερο όμως σημαίνει «κρατήσου μακριά».
Λαογραφία: Στις παράλιες πόλεις η λέξη αβάρα ανήκει στην «αργκό» και σημαίνει το αυτό με το «στρίβε!», «τράβ΄ από δω!», «πάρε πόδι!», «δίνε του!» κλπ
Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008
Ασήμωμα
Ο όρος ασήμωμα πέραν της επαργύρωσης απαντάται κυρίως ως λαογραφικός και θρησκευτικός.
Στην ελληνική λαογραφία και παράδοση ασήμωμα χαρακτηρίζεται κάθε δωρεά που γίνεται με αργυρό νόμισμα κυρίως σε γέννηση βρέφους όπου ρίχνουν συγγενείς και φίλοι των γονέων ασημένια νομίσματα στη λεκάνη που έγινε η πρώτη πλύση του παιδιού, εννοείται στην ελληνική ύπαιθρο, προκειμένου να "ασημωθεί το παιδί" όπως συνηθίζεται να λέγεται. Επίσης και στις ονομαστικές εορτές των παιδιών ή προσφιλούς άλλου προσώπου που σε μεγαλύτερη ηλικία γίνεται με κοσμήματα.
Όμως ασήμωμα λέγεται και το "τάξιμο" για την αποπλήρωση επιθυμίας ή για την θεραπεία και ίαση ασθένειας όπως το ασήμωμα (απόθεση νομισμάτων) στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, Αγίου ή Αγίας. Αυτό έχει περάσει ακόμη και σε στίχους τόσο των δημοτικών όσο και ελαφρών και λαϊκών ελληνικών τραγουδιών όπως "τα 12 καντήλια ν΄ ασημώσουμε" ή "Άη Γιώργη κάνε το θαύμα σου ν΄ ασημώσω τα καντήλια σου" ή "Άγιε μου Γιώργη Λυκαβηττέ μου..." κ.λπ.
Ασημώματα (στον πληθυντικό) λέγονται κυρίως τα επάργυρα "κρεμάσματα" (αφιερώματα)[1] των ιερών εικόνων που είναι ανάγλυφα ομοιώματα ανθρώπινων μελών (χέρι, πόδι, οφθαλμοί κλπ) ή ανδρός, γυναικός, παιδιού, ή μέσου μετακίνησης (πλοίου, αεροσκάφους), ή οικίας κ.λπ. που εναποθέτουν οι πιστοί προκειμένου "να πιάσει η ευχή" ή κατόπιν ίασης.
Επίσης ασήμωμα ή ασημώματα ως πράξη χαρακτηρίζεται το πολύ παλαιό έθιμο, με θρησκευτικές ή και παγανιστικές καταβολές από τους αρχαίους χρόνους, της ρίψης νομισμάτων σε πηγές, κρήνες, λίμνες, ποταμούς ακόμη και σε σιντριβάνια που απαντάται στην Ιαπωνία, Ινδία, Αραβικές Χώρες μέχρι Ευρώπη και Αμερική. Σήμερα είναι παγκόσμιο έθιμο.
Τέλος ασήμωμα λέγεται και η "προσφορά - πληρωμή" με ασημένιο κέρμα που γίνεται σε πλανόδιες μοιρολογίστρες για να πουν την μοίρα στο υποψήφιο θύμα - δότη, προκειμένου ν΄ ακούσει έκπληκτος μεταξύ άλλων ότι «μεγάλη πόρτα[2] θα διαβεί»!
Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια
Στην ελληνική λαογραφία και παράδοση ασήμωμα χαρακτηρίζεται κάθε δωρεά που γίνεται με αργυρό νόμισμα κυρίως σε γέννηση βρέφους όπου ρίχνουν συγγενείς και φίλοι των γονέων ασημένια νομίσματα στη λεκάνη που έγινε η πρώτη πλύση του παιδιού, εννοείται στην ελληνική ύπαιθρο, προκειμένου να "ασημωθεί το παιδί" όπως συνηθίζεται να λέγεται. Επίσης και στις ονομαστικές εορτές των παιδιών ή προσφιλούς άλλου προσώπου που σε μεγαλύτερη ηλικία γίνεται με κοσμήματα.
Όμως ασήμωμα λέγεται και το "τάξιμο" για την αποπλήρωση επιθυμίας ή για την θεραπεία και ίαση ασθένειας όπως το ασήμωμα (απόθεση νομισμάτων) στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, Αγίου ή Αγίας. Αυτό έχει περάσει ακόμη και σε στίχους τόσο των δημοτικών όσο και ελαφρών και λαϊκών ελληνικών τραγουδιών όπως "τα 12 καντήλια ν΄ ασημώσουμε" ή "Άη Γιώργη κάνε το θαύμα σου ν΄ ασημώσω τα καντήλια σου" ή "Άγιε μου Γιώργη Λυκαβηττέ μου..." κ.λπ.
Ασημώματα (στον πληθυντικό) λέγονται κυρίως τα επάργυρα "κρεμάσματα" (αφιερώματα)[1] των ιερών εικόνων που είναι ανάγλυφα ομοιώματα ανθρώπινων μελών (χέρι, πόδι, οφθαλμοί κλπ) ή ανδρός, γυναικός, παιδιού, ή μέσου μετακίνησης (πλοίου, αεροσκάφους), ή οικίας κ.λπ. που εναποθέτουν οι πιστοί προκειμένου "να πιάσει η ευχή" ή κατόπιν ίασης.
Επίσης ασήμωμα ή ασημώματα ως πράξη χαρακτηρίζεται το πολύ παλαιό έθιμο, με θρησκευτικές ή και παγανιστικές καταβολές από τους αρχαίους χρόνους, της ρίψης νομισμάτων σε πηγές, κρήνες, λίμνες, ποταμούς ακόμη και σε σιντριβάνια που απαντάται στην Ιαπωνία, Ινδία, Αραβικές Χώρες μέχρι Ευρώπη και Αμερική. Σήμερα είναι παγκόσμιο έθιμο.
Τέλος ασήμωμα λέγεται και η "προσφορά - πληρωμή" με ασημένιο κέρμα που γίνεται σε πλανόδιες μοιρολογίστρες για να πουν την μοίρα στο υποψήφιο θύμα - δότη, προκειμένου ν΄ ακούσει έκπληκτος μεταξύ άλλων ότι «μεγάλη πόρτα[2] θα διαβεί»!
Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια
Κομπολόι
Το κομπολόι, αποτελείται από χάντρες φτιαγμένες από κόκαλο, κεχριμπάρι, γυαλί, ξύλο κ.λπ., τρυπημένες στο κέντρο και περασμένες σε νήμα του οποίου οι άκρες ενώνονται με κόμπο, και οι οποίες μετατοπίζονται αργά αργά η μία μετά την άλλη με τη βοήθεια του χεριού ως αργόσχολη ανδρική απασχόληση παλαιότερων εποχών. Αποκαλείται επίσης (σε μάγκικη διάλεκτο) και μπεγλέρι.
Στην Λατινική Εκκλησία ένα παρόμοιο αντικείμενο που χρησιμεύει ως βοηθητικό αντικείμενο προσευχής ονομάζεται "ροζάριο", από τη λέξη Rozus= κόμπος.
Αντίστοιχο με το ροζάριο, δηλ. με χρήση προσευχητική και όχι ως κάποια ουδέτερη απασχόληση, είναι στην Ορθόδοξη Εκκλησία το "Κομποσκοίνι", που όπως λέει και η λέξη, αποτελείται από κόμπους πλεγμένους από σχοινί.
Το κομπολόι είναι επίσης δημοφιλές στην Τουρκία και τη Μέση Ανατολή. Στην Τουρκία ονομάζεται "τεσπίχ".
Το κομπολόι σήμερα ονομάζεται συχνά και εύχαντρο. Η λέξη «Εύχαντρο» υποδηλώνει τη διαδικασία εκκοσμίκευσης του κομπολογιού από εργαλείο προσευχής με στόχο τον εξαγνισμό του νου και της καρδιάς από τα ανθρώπινα πάθη, σε κόσμημα και σύμβολο κοινωνικού κύρους μακριά από τις αρνητικές προκαταλήψεις του παρελθόντος που συνόδευσαν την πορεία του στο χρόνο, καθώς συνδέθηκε στην κοινωνική συνείδηση με το χώρο του υποκόσμου [1].
Το πρώτο αποτυπωμένο ντοκουμέντο που σώζεται και δείχνει κομπολόι στην Ελλάδα, είναι μια σπάνια φωτογραφία που χρονολογείται περί το 1840 στην Κάρυστο και παρουσιάζει έναν τοπικό προύχοντα με παραδοσιακή ενδυμασία να υποδέχεται τον Όθωνα, κρατώντας στα χέρια ένα κομπολόι.[2]
Από τα χαρακτηριστικότερα ελληνικά λαϊκά τραγούδια που είχαν θέμα το κομπολόι ήταν το "φτωχό κομπολογάκι μου", "θα το δώσω το ρολόι...." και στη συνέχεια του δεύτερου "Δεν πουλάω το ρολόι..."
φτωχό κομπολογάκι μου
εσύ ήσουν το μεράκι μου,
που μου πέρναγες την ώρα
πες μου τι να κάνω τώρα.
...................................
====================
Θα το δώσω το ρολόι
και θα πάρω κομπολόι
να μετράω τους καημούς
και τους αναστεναγμούς
...................................
====================
Δεν πουλάω το ρολόι
ούτε και το κομπολόι
είναι δώρα από σένα
κι είναι θησαυρός για μένα
...................................
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Στην Λατινική Εκκλησία ένα παρόμοιο αντικείμενο που χρησιμεύει ως βοηθητικό αντικείμενο προσευχής ονομάζεται "ροζάριο", από τη λέξη Rozus= κόμπος.
Αντίστοιχο με το ροζάριο, δηλ. με χρήση προσευχητική και όχι ως κάποια ουδέτερη απασχόληση, είναι στην Ορθόδοξη Εκκλησία το "Κομποσκοίνι", που όπως λέει και η λέξη, αποτελείται από κόμπους πλεγμένους από σχοινί.
Το κομπολόι είναι επίσης δημοφιλές στην Τουρκία και τη Μέση Ανατολή. Στην Τουρκία ονομάζεται "τεσπίχ".
Το κομπολόι σήμερα ονομάζεται συχνά και εύχαντρο. Η λέξη «Εύχαντρο» υποδηλώνει τη διαδικασία εκκοσμίκευσης του κομπολογιού από εργαλείο προσευχής με στόχο τον εξαγνισμό του νου και της καρδιάς από τα ανθρώπινα πάθη, σε κόσμημα και σύμβολο κοινωνικού κύρους μακριά από τις αρνητικές προκαταλήψεις του παρελθόντος που συνόδευσαν την πορεία του στο χρόνο, καθώς συνδέθηκε στην κοινωνική συνείδηση με το χώρο του υποκόσμου [1].
Το πρώτο αποτυπωμένο ντοκουμέντο που σώζεται και δείχνει κομπολόι στην Ελλάδα, είναι μια σπάνια φωτογραφία που χρονολογείται περί το 1840 στην Κάρυστο και παρουσιάζει έναν τοπικό προύχοντα με παραδοσιακή ενδυμασία να υποδέχεται τον Όθωνα, κρατώντας στα χέρια ένα κομπολόι.[2]
Από τα χαρακτηριστικότερα ελληνικά λαϊκά τραγούδια που είχαν θέμα το κομπολόι ήταν το "φτωχό κομπολογάκι μου", "θα το δώσω το ρολόι...." και στη συνέχεια του δεύτερου "Δεν πουλάω το ρολόι..."
φτωχό κομπολογάκι μου
εσύ ήσουν το μεράκι μου,
που μου πέρναγες την ώρα
πες μου τι να κάνω τώρα.
...................................
====================
Θα το δώσω το ρολόι
και θα πάρω κομπολόι
να μετράω τους καημούς
και τους αναστεναγμούς
...................................
====================
Δεν πουλάω το ρολόι
ούτε και το κομπολόι
είναι δώρα από σένα
κι είναι θησαυρός για μένα
...................................
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Λαχνίσματα
Με τον όρο λαχνίσματα ή λαγχανίσματα ή κληρωσιές (από το ουσιαστικό "λαχνός" η πρώτη ή από το ρήμα "λαγχάνω" η δεύτερη λέξη) ονομάζονται παιδικά κυρίως τραγούδια που λέγονται πριν την έναρξη ομαδικών παιχνιδιών όπως το κρυφτό, προκειμένου να καθορισθεί με κλήρο είτε ο πρώτος, είτε ο τελευταίος από τον οποίο και θ΄ αρχίσει η παιδιά. Συνήθως τον κλήρο αποτελεί η τελευταία συλλαβή των τραγουδιών αυτών. Στα τραγούδια αυτά μπορεί να υπάρχουν και ερωτοαποκρίσεις οπότε από τις συλλαβές αυτών καθίσταται πιο δύσκολο να βρεθεί εκ των προτέρων σε ποιόν θα τύχει η τελευταία συλλαβή.
Μετά το πρωταρχικό ερώτημα "Να τα βγάλουμε;" κάποιο παιδί συνήθως αυτό που έκανε την ερώτηση κάνει τη "μάνα" και αφού όλα τα υπόλοιπα παιδιά (από δύο και πάνω) αποδέχονται τη πρόσκληση, κάνουν κύκλο και η μάνα αρχίζει το τραγούδι (λαγχάνισμα). Χαρακτηριστικό αυτών των τραγουδιών είναι ότι πολλές φορές ξεκινάνε με την αρχική λέξη μπουφ.
Τα λαχνίσματα είναι πολύ διαδεδομένα όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ελληνική ύπαιθρο και τα σημαντικότερα αυτών λέγονται πανελλαδικά. Πολλά από αυτά είναι ακατανόητα πλην όμως ακούγονται θαυμάσια από τα παιδιά που τα διαδίδουν στα μικρότερα.
Σημαντικότερα λαχνίσματα (με πιο γνωστό από όλα το "Α μπε μπα μπλομ") είναι:
1. Α μπε μπα μπλομ
Α μπε μπα μπλομ
του κίθε μπλομ
α μπε μπα μπλομ
του κίθε μπλομ
μπλιμ μπλομ.
2. Άκατα μάκατα
Άκατα μάκατα σούκουτου μπε
άμπε φάμπε ντομινέ
άκατα μάκατα σούκουτου μπε
άμπε φάμπε βγε.
3. Κοπερτί
Κοπερτί το κοπερτί
τάπι τάπι ρούσι
κοπερτί το κοπερτί
τάπι τάπι γκρι.
4. Μαριάμ
Σι μαριάμ μαριάμ μαριάμ
σι ντορεμί μακαρό μακαρό
λέο λέο τιπ τιπ τιπ
σι μαριάμ ουάν του θρι.
5. Ο Καρακατσάνης
Ο καρακατσάνης μπήκε στο τηγάνι
κι έσπασε τ΄ αυγά!
αυγά τηγανητά;
Γιατί καρακατσάνη μπήκες στο τηγάνι
κι έσπασες τ΄ αυγά
αυγά τηγανητα;
6. Τζένη Καρέζη
Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς
Αλίκη Βουγιουκλάκη
βγαίνω και τα φυλάς!
7. Έχω ένα αυτοκίνητο
Έχω ένα αυτοκίνητο
που όλο, όλο τρέχει
και που θα σταματήσει;
-(π.χ.) Στην Αμερική!
Και τι χρώμα θα ζητήσει;
-(π.χ.) Πράσινο!
Έχει η Αμερική χρώμα πράσινο;
(αν το παιδί που κατέληγε η ερώτηση δεν είχε πράσινο χρώμα στα ρούχα του, παρέμενε στην κλήρωση, αλλιώς κληρωνόταν)
8. Ένα δύο τρία
Ένα δύο τρία
πήγα στην Κυρία
μου 'δωσε ένα μήλο
μήλο δαγκωμένο
το 'δωσα στην κόρη
έκανε αγόρι
το 'βγαλε Θανάση
σκούπα και φαράσι.
9. Ενι μένι
Ένι μένι
Ντου ντου μένι
Τρία ρομ
Κάζακομ
πιφ τα λεβάντα πιφ
Όλα τα παραπάνω λαχνίσματα απαγγέλονται συλλαβιστά, ώστε σε κάθε συλλαβή να αντιστοιχίζεται καθαρά ένα προς ένα τα παιδιά που λαμβάνουν μέρος στην επιλογή-κλήρωση.
Σημειώνεται οι εξής ιδιαιτερότητες:
Αν και τα λαχνίσματα είναι μέρος της προφορικής παράδοσης στον κόσμο των παιδιών, οι λέξεις λαχνίσματα, λαγχανίσματα και κληρωσιές αυτές καθαυτές δεν είναι μέρος της προφορικής αυτής παράδοσης και είναι σχεδόν άγνωστες στα παιδιά. Τα περισσότερα λεξικά/εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν το ρήμα λαγχάνω, αλλά δεν περιέχουν τα λαγχανίσματα ούτε τα λαχνίσματα, ούτε τις κληρωσιές[1]. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά τη συγγραφή του παρόντος κειμένου [2], οι λέξεις λαγχανίσματα και κληρωσιές δεν εμφανιζόταν να υπάρχουν ούτε μια φορά στο σύνολο των κειμένων που βρίσκεται αναρτημένο σε ελληνική γλώσσα στο διαδίκτυο, όταν ερευνήθηκε με τη βοήθεια των πιο γνωστών μηχανών αναζήτησης, ενώ η λέξη λαχνίσματα βρέθηκε σε χρήση, έστω και περιορισμένη (περίπου 300 αναφορές)[3].
Πιθανολογείται λοιπόν ότι οι όροι αυτοί είναι λόγιοι και πιθανότατα νεοπαγείς (νεολογισμοί), δημιουργημένοι από φιλολόγους κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Παρόμοια ποιηματάκια, συνήθως με έννοια, αλλά και ακατανόητα όπως και στα ελληνικά υπάρχουν και σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, μια ένδειξη της παγκόσμιας γλώσσας των παιχνιδιών των παιδιών.
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Μετά το πρωταρχικό ερώτημα "Να τα βγάλουμε;" κάποιο παιδί συνήθως αυτό που έκανε την ερώτηση κάνει τη "μάνα" και αφού όλα τα υπόλοιπα παιδιά (από δύο και πάνω) αποδέχονται τη πρόσκληση, κάνουν κύκλο και η μάνα αρχίζει το τραγούδι (λαγχάνισμα). Χαρακτηριστικό αυτών των τραγουδιών είναι ότι πολλές φορές ξεκινάνε με την αρχική λέξη μπουφ.
Τα λαχνίσματα είναι πολύ διαδεδομένα όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ελληνική ύπαιθρο και τα σημαντικότερα αυτών λέγονται πανελλαδικά. Πολλά από αυτά είναι ακατανόητα πλην όμως ακούγονται θαυμάσια από τα παιδιά που τα διαδίδουν στα μικρότερα.
Σημαντικότερα λαχνίσματα (με πιο γνωστό από όλα το "Α μπε μπα μπλομ") είναι:
1. Α μπε μπα μπλομ
Α μπε μπα μπλομ
του κίθε μπλομ
α μπε μπα μπλομ
του κίθε μπλομ
μπλιμ μπλομ.
2. Άκατα μάκατα
Άκατα μάκατα σούκουτου μπε
άμπε φάμπε ντομινέ
άκατα μάκατα σούκουτου μπε
άμπε φάμπε βγε.
3. Κοπερτί
Κοπερτί το κοπερτί
τάπι τάπι ρούσι
κοπερτί το κοπερτί
τάπι τάπι γκρι.
4. Μαριάμ
Σι μαριάμ μαριάμ μαριάμ
σι ντορεμί μακαρό μακαρό
λέο λέο τιπ τιπ τιπ
σι μαριάμ ουάν του θρι.
5. Ο Καρακατσάνης
Ο καρακατσάνης μπήκε στο τηγάνι
κι έσπασε τ΄ αυγά!
αυγά τηγανητά;
Γιατί καρακατσάνη μπήκες στο τηγάνι
κι έσπασες τ΄ αυγά
αυγά τηγανητα;
6. Τζένη Καρέζη
Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς
Αλίκη Βουγιουκλάκη
βγαίνω και τα φυλάς!
7. Έχω ένα αυτοκίνητο
Έχω ένα αυτοκίνητο
που όλο, όλο τρέχει
και που θα σταματήσει;
-(π.χ.) Στην Αμερική!
Και τι χρώμα θα ζητήσει;
-(π.χ.) Πράσινο!
Έχει η Αμερική χρώμα πράσινο;
(αν το παιδί που κατέληγε η ερώτηση δεν είχε πράσινο χρώμα στα ρούχα του, παρέμενε στην κλήρωση, αλλιώς κληρωνόταν)
8. Ένα δύο τρία
Ένα δύο τρία
πήγα στην Κυρία
μου 'δωσε ένα μήλο
μήλο δαγκωμένο
το 'δωσα στην κόρη
έκανε αγόρι
το 'βγαλε Θανάση
σκούπα και φαράσι.
9. Ενι μένι
Ένι μένι
Ντου ντου μένι
Τρία ρομ
Κάζακομ
πιφ τα λεβάντα πιφ
Όλα τα παραπάνω λαχνίσματα απαγγέλονται συλλαβιστά, ώστε σε κάθε συλλαβή να αντιστοιχίζεται καθαρά ένα προς ένα τα παιδιά που λαμβάνουν μέρος στην επιλογή-κλήρωση.
Σημειώνεται οι εξής ιδιαιτερότητες:
Αν και τα λαχνίσματα είναι μέρος της προφορικής παράδοσης στον κόσμο των παιδιών, οι λέξεις λαχνίσματα, λαγχανίσματα και κληρωσιές αυτές καθαυτές δεν είναι μέρος της προφορικής αυτής παράδοσης και είναι σχεδόν άγνωστες στα παιδιά. Τα περισσότερα λεξικά/εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν το ρήμα λαγχάνω, αλλά δεν περιέχουν τα λαγχανίσματα ούτε τα λαχνίσματα, ούτε τις κληρωσιές[1]. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά τη συγγραφή του παρόντος κειμένου [2], οι λέξεις λαγχανίσματα και κληρωσιές δεν εμφανιζόταν να υπάρχουν ούτε μια φορά στο σύνολο των κειμένων που βρίσκεται αναρτημένο σε ελληνική γλώσσα στο διαδίκτυο, όταν ερευνήθηκε με τη βοήθεια των πιο γνωστών μηχανών αναζήτησης, ενώ η λέξη λαχνίσματα βρέθηκε σε χρήση, έστω και περιορισμένη (περίπου 300 αναφορές)[3].
Πιθανολογείται λοιπόν ότι οι όροι αυτοί είναι λόγιοι και πιθανότατα νεοπαγείς (νεολογισμοί), δημιουργημένοι από φιλολόγους κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Παρόμοια ποιηματάκια, συνήθως με έννοια, αλλά και ακατανόητα όπως και στα ελληνικά υπάρχουν και σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, μια ένδειξη της παγκόσμιας γλώσσας των παιχνιδιών των παιδιών.
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Ταρσανάς
Ο Ταρσανάς ή Αρσανάς είναι δημώδης όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας βυζαντινοτουρκικής προέλευσης. Με τον όρο αυτό νοούνται κυρίως μικρές ναυπηγικές μονάδες και νεώρια στα οποία ανελκύονται μικρά σκάφη συνήθως αλιευτικά και λέμβοι για καθαρισμούς, υφαλοχρωματισμούς αλλά και φύλαξη. Με το όνομα αυτό ως τοπωνύμιο φέρονται πολλές περιοχές (όρμοι), στις οποίες υπάρχουν ή υπήρξαν παλαιότερα παρόμοιες εγκαταστάσεις. Σημαντικότερες περιοχές που φέρουν το όνομα Ταρσανάς και είναι περισσότερο καθιερωμένες μ΄ αυτό, είναι:
Το Ταρσανά - Μπουρνού, βόρειο ακρωτήριο του Ελλησπόντου, στην ασιατική ακτή.
Ο Ταρσανάς Άνδρου, μικρός όρμος της Άνδρου.
Ο Ταρσανάς Σύρου, μικρός όρμος νότια της Ερμούπολης Σύρου.
Ο Ταρσανάς Μυκόνου, νότιο ακρωτήριο και ομώνυμος όρμος της Μυκόνου.
Ο Ταρσανάς Κρήτης, όρμος κοντά στο Ακρωτήρι (Χανιά), που αποτελεί το ΒΑ. τμήμα του όρμου Καλαθά.
Σε πολλά επίσης μέρη αναφέρεται ο όρος ταρσανάς ως σημείο και μόνο ανέλκυσης σκαφών για περιορισμένες επισκευές, υφαλοχρωματισμούς κ.λπ. όπως π.χ. ο ταρσανάς της Σάμου που είναι στο Καρλόβασι, ο ταρσανάς του Γυθείου, στη βόρεια ακτή της νήσου Κρανάης, ο ταρσανάς Νάξου, στο νότιο άκρο του λιμένα της, κ.λπ. Στις περιπτώσεις αυτές ο όρος Ταρσανάς ταυτίζεται με τον επίσης δημώδη όρο της κοινής ναυτικής γλώσσας Καρνάγιο που είναι ενετικής προέλευσης (φραγκολεβαντίνικος).
Χαρακτηριστικοί είναι οι μικροί "αρσανάδες" που υπάρχουν στο Άγιο Όρος όπου φυλάσσονται οι λέμβοι των παράλιων Μονών, και που αποτελούν τα από θαλάσσης σημεία προσέγγισης σ΄ αυτές (κοινώς: σκάλες).
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Το Ταρσανά - Μπουρνού, βόρειο ακρωτήριο του Ελλησπόντου, στην ασιατική ακτή.
Ο Ταρσανάς Άνδρου, μικρός όρμος της Άνδρου.
Ο Ταρσανάς Σύρου, μικρός όρμος νότια της Ερμούπολης Σύρου.
Ο Ταρσανάς Μυκόνου, νότιο ακρωτήριο και ομώνυμος όρμος της Μυκόνου.
Ο Ταρσανάς Κρήτης, όρμος κοντά στο Ακρωτήρι (Χανιά), που αποτελεί το ΒΑ. τμήμα του όρμου Καλαθά.
Σε πολλά επίσης μέρη αναφέρεται ο όρος ταρσανάς ως σημείο και μόνο ανέλκυσης σκαφών για περιορισμένες επισκευές, υφαλοχρωματισμούς κ.λπ. όπως π.χ. ο ταρσανάς της Σάμου που είναι στο Καρλόβασι, ο ταρσανάς του Γυθείου, στη βόρεια ακτή της νήσου Κρανάης, ο ταρσανάς Νάξου, στο νότιο άκρο του λιμένα της, κ.λπ. Στις περιπτώσεις αυτές ο όρος Ταρσανάς ταυτίζεται με τον επίσης δημώδη όρο της κοινής ναυτικής γλώσσας Καρνάγιο που είναι ενετικής προέλευσης (φραγκολεβαντίνικος).
Χαρακτηριστικοί είναι οι μικροί "αρσανάδες" που υπάρχουν στο Άγιο Όρος όπου φυλάσσονται οι λέμβοι των παράλιων Μονών, και που αποτελούν τα από θαλάσσης σημεία προσέγγισης σ΄ αυτές (κοινώς: σκάλες).
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Ναργιλές
Ο αργιλές ή ναργιλές είναι συσκευή καπνίσματος ασιατικής προέλευσης στην οποία ο εισπνεόμενος καπνός φιλτράρεται προηγουμένως σε νερό.
Ονομασία
Ο Ναργιλές είναι ασιατικής επινόησης για ανετότερο και ταυτόχρονα ευχάριστο κάπνισμα. Η ονομασία του προέρχεται από τη περσική λέξη "ναργκιούλ" (=είδος ινδικής καρύδας) από την οποία στην αρχή κατασκευαζόταν πριν χρησιμοποιηθεί αργότερα γυάλινη σφαίρα.
Περιγραφή
Η συσκευή αυτή καπνίσματος αποτελείται από μία φιάλη νερού, συνήθως γυάλινη, που είναι και η βάση της συσκευής με ένα στόμιο στο πάνω μέρος όπου προσαρμόζεται, αεροστεγώς, μεταλλικός κατακόρυφος σωλήνας που από το βάθος της φιάλης απολήγει στο πάνω μέρος σε μικρή εστία από κέραμο με διάτρητο πυθμένα που ονομάζεται "λουλάς" εντός του οποίου τοποθετείται ο καπνός, λεγόμενος "τουμπεκί". Λίγο πιο πάνω από τη αεροστεγή σύνδεσή του, ο κατακόρυφος σωλήνας φέρει πλάγια ένα δεύτερο στόμιο (ή και περισσότερα, περιμετρικά), στο οποίο προσαρμόζεται ένας εύκαμπτος σωλήνας από δέρμα ή πλαστικό, που ονομάζεται "μαρκούτσι", που συνήθως είναι πλούσια στολισμένος χρυσοκέντητος, άλλοτε και με τεμάχια γούνας και που καταλήγει σε επιστόμιο συνήθως από ήλεκτρο. Το δεύτερο αυτό στόμιο προέρχεται από μικρό σωλήνα του οποίου η άλλη άκρη φθάνει μέχρι την αεροστεγή σύνδεση με το γυάλινο δοχείο χωρίς να εισέρχεται στο νερό. Επίσης προς αποφυγή ρύπων, στο άνω μέρος της συσκευής κάτω από τον λουλά φέρεται προσαρμοσμένος μικρός δίσκος για τη τοποθέτηση μικρών αναμμένων ανθράκων ή της τσιμπίδας. Τέλος φέρεται ειδική μεταλλική διάτρητη καλύπτρα με την οποία σκεπάζεται ο λουλάς για τη προστασία των ανθράκων, όταν φυσάει, σε χρήση στο ύπαιθρο.
Τρόπος χρήσης
Η γυάλινη φιάλη φέρει καθαρό νερό συνήθως μέχρι τη μέση. Μετά την αεροστεγή σύνδεση με τον κατακόρυφο σωλήνα τοποθετείται στη πάνω κατάληξή του, στο λουλά χαρμάνι καπνού που πωλείται στο εμπόριο και είναι αρκετα πιο ακίνδυνος,αντιθέτως με τον καπνό του τσιγάρου (ειδικά για ναργιλέ). Στη συνέχεια, με μια μεταλλική μικρή τσιμπίδα τοποθετούνται πάνω στο χαρμάνι, που προηγουμένως έχει συμπιεσθεί ελαφρά με το χέρι, τεμάχια αναμμένου κάρβουνου.
Έτσι μόλις ο καπνιστής αρχίζει να ρουφά, αραιώνεται ο εντός της φιάλης αέρας, δημιουργείται υποπίεση, και ο καπνός από το καιόμενο τουμπεκί μαζί με αέρα εισέρχεται δια του κατακόρυφου σωλήνα στη φιάλη προκαλώντας φυσαλίδες και αναταραχή στο νερό με υπόκωφο θόρυβο το λεγόμενο "γουργουρητό". Με αυτό το τρόπο ο καπνός φιλτράρεται από μέρος της ελάχιστης νικοτίνης και πλέον πολύ καθαρότερος και πολύ πιο ακίνδυνος (σε σχέση με το τσιγάρο) φθάνει από το μαρκούτσι στο στόμα του καπνιστή.
Το πέρασμα αυτό του καπνού μέσα από το νερό που τον φιλτράρει τον ψύχει και αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τον ναργιλέ από τις άλλες συσκευές καπνίσματος.
Διάδοση
Ο Ναργιλές είναι συνηθισμένος στα μουσουλμανικά κράτη ενώ σχετικά διαφοροποιημένος απαντάται και σε άλλες ασιατικές χώρες όπως η Ινδία. Στην Ελλάδα η χρήση του ήταν διαδεδομένη κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ενώ συνεχίστηκε και στις αρχές του 20 αιώνα. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται μια αύξηση στα μαγαζιά που προσφέρουν αργιλέ "ναργιλάδικα" τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη αλλά όχι ως καθημερινή συνήθεια αλλά περισσότερο ως δείγμα διαφοροποίησης και στυλ.
Καπνός ναργιλέ
Το χαρμάνι το οποίο καπνίζεται στον αργιλέ δεν είναι καπνός τσιγάρου ή πίπας.Ο καπνός αυτός είναι υγρός και πολλές φορές αρωματισμένος και ο οποίος ονομάζεται τουμπεκί.
Παράδοση
Το κάπνισμα του αργιλέ έχει περάσει στην Ελληνική παράδοση μέσα από τραγούδια, κυρίως ρεμπέτικα.
Σημειώσεις
-Όλες οι σωληνώσεις είναι αεροστεγώς συνδεδεμένες έτσι ώστε η υποπίεση που δημιουργείται από το ρούφηγμα του καπνιστή να αναγκάζει τον αέρα μαζί με τον καπνό από το χαρμάνι που καίγεται να μπαίνουν στο δοχείο περνώντας μέσα από το νερό.
-Οι "θεριακλήδες" της εποχής, τον ναργιλέ τον αποκαλούσαν χαρακτηριστικά και "βάσανο", λόγω της πολυσύνθετης διαδικασίας του.
-Στο εμπόριο σήμερα πωλούνται και αρωματικοί καπνοί ειδικά για ναργιλέ. Στη χρήση τέτοιου καπνού σημειώνεται πως μετά τη τοποθέτηση του χαρμανιού στο λουλά αυτός καλύπτεται με μικρό τεμάχιο ασημόχαρτου και με μια οδοντογλυφίδα δημιουργούνται πολλές οπές, πάνω από τις οποίες και τοποθετούνται τα μικρά αναμμένα κάρβουνα.
-Πολλές φορές λόγω έλλειψης φωτιάς χρησιμοποιούνται και καρβουνάκια, όχι όμως τόσο επιτυχώς.
-Ο ναργιλές σε διαμέρισμα, μόνο ως διακοσμητικό είδος συνηθίζεται, η δε χρήση δεν καθίσταται απαγορευτική.
Ορολογία
Η ορολογία που σχετίζεται με το ναργιλέ:
- λουλάς (κεραμική, διάτρητη εστία)
- τουμπεκί (ψιλοκομμένος καπνός)
- μαρκούτσι ή τσιμπούκι (εύκαμπτος σωλήνας που καταλήγει στο επιστόμιο)
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Ονομασία
Ο Ναργιλές είναι ασιατικής επινόησης για ανετότερο και ταυτόχρονα ευχάριστο κάπνισμα. Η ονομασία του προέρχεται από τη περσική λέξη "ναργκιούλ" (=είδος ινδικής καρύδας) από την οποία στην αρχή κατασκευαζόταν πριν χρησιμοποιηθεί αργότερα γυάλινη σφαίρα.
Περιγραφή
Η συσκευή αυτή καπνίσματος αποτελείται από μία φιάλη νερού, συνήθως γυάλινη, που είναι και η βάση της συσκευής με ένα στόμιο στο πάνω μέρος όπου προσαρμόζεται, αεροστεγώς, μεταλλικός κατακόρυφος σωλήνας που από το βάθος της φιάλης απολήγει στο πάνω μέρος σε μικρή εστία από κέραμο με διάτρητο πυθμένα που ονομάζεται "λουλάς" εντός του οποίου τοποθετείται ο καπνός, λεγόμενος "τουμπεκί". Λίγο πιο πάνω από τη αεροστεγή σύνδεσή του, ο κατακόρυφος σωλήνας φέρει πλάγια ένα δεύτερο στόμιο (ή και περισσότερα, περιμετρικά), στο οποίο προσαρμόζεται ένας εύκαμπτος σωλήνας από δέρμα ή πλαστικό, που ονομάζεται "μαρκούτσι", που συνήθως είναι πλούσια στολισμένος χρυσοκέντητος, άλλοτε και με τεμάχια γούνας και που καταλήγει σε επιστόμιο συνήθως από ήλεκτρο. Το δεύτερο αυτό στόμιο προέρχεται από μικρό σωλήνα του οποίου η άλλη άκρη φθάνει μέχρι την αεροστεγή σύνδεση με το γυάλινο δοχείο χωρίς να εισέρχεται στο νερό. Επίσης προς αποφυγή ρύπων, στο άνω μέρος της συσκευής κάτω από τον λουλά φέρεται προσαρμοσμένος μικρός δίσκος για τη τοποθέτηση μικρών αναμμένων ανθράκων ή της τσιμπίδας. Τέλος φέρεται ειδική μεταλλική διάτρητη καλύπτρα με την οποία σκεπάζεται ο λουλάς για τη προστασία των ανθράκων, όταν φυσάει, σε χρήση στο ύπαιθρο.
Τρόπος χρήσης
Η γυάλινη φιάλη φέρει καθαρό νερό συνήθως μέχρι τη μέση. Μετά την αεροστεγή σύνδεση με τον κατακόρυφο σωλήνα τοποθετείται στη πάνω κατάληξή του, στο λουλά χαρμάνι καπνού που πωλείται στο εμπόριο και είναι αρκετα πιο ακίνδυνος,αντιθέτως με τον καπνό του τσιγάρου (ειδικά για ναργιλέ). Στη συνέχεια, με μια μεταλλική μικρή τσιμπίδα τοποθετούνται πάνω στο χαρμάνι, που προηγουμένως έχει συμπιεσθεί ελαφρά με το χέρι, τεμάχια αναμμένου κάρβουνου.
Έτσι μόλις ο καπνιστής αρχίζει να ρουφά, αραιώνεται ο εντός της φιάλης αέρας, δημιουργείται υποπίεση, και ο καπνός από το καιόμενο τουμπεκί μαζί με αέρα εισέρχεται δια του κατακόρυφου σωλήνα στη φιάλη προκαλώντας φυσαλίδες και αναταραχή στο νερό με υπόκωφο θόρυβο το λεγόμενο "γουργουρητό". Με αυτό το τρόπο ο καπνός φιλτράρεται από μέρος της ελάχιστης νικοτίνης και πλέον πολύ καθαρότερος και πολύ πιο ακίνδυνος (σε σχέση με το τσιγάρο) φθάνει από το μαρκούτσι στο στόμα του καπνιστή.
Το πέρασμα αυτό του καπνού μέσα από το νερό που τον φιλτράρει τον ψύχει και αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τον ναργιλέ από τις άλλες συσκευές καπνίσματος.
Διάδοση
Ο Ναργιλές είναι συνηθισμένος στα μουσουλμανικά κράτη ενώ σχετικά διαφοροποιημένος απαντάται και σε άλλες ασιατικές χώρες όπως η Ινδία. Στην Ελλάδα η χρήση του ήταν διαδεδομένη κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ενώ συνεχίστηκε και στις αρχές του 20 αιώνα. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται μια αύξηση στα μαγαζιά που προσφέρουν αργιλέ "ναργιλάδικα" τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη αλλά όχι ως καθημερινή συνήθεια αλλά περισσότερο ως δείγμα διαφοροποίησης και στυλ.
Καπνός ναργιλέ
Το χαρμάνι το οποίο καπνίζεται στον αργιλέ δεν είναι καπνός τσιγάρου ή πίπας.Ο καπνός αυτός είναι υγρός και πολλές φορές αρωματισμένος και ο οποίος ονομάζεται τουμπεκί.
Παράδοση
Το κάπνισμα του αργιλέ έχει περάσει στην Ελληνική παράδοση μέσα από τραγούδια, κυρίως ρεμπέτικα.
Σημειώσεις
-Όλες οι σωληνώσεις είναι αεροστεγώς συνδεδεμένες έτσι ώστε η υποπίεση που δημιουργείται από το ρούφηγμα του καπνιστή να αναγκάζει τον αέρα μαζί με τον καπνό από το χαρμάνι που καίγεται να μπαίνουν στο δοχείο περνώντας μέσα από το νερό.
-Οι "θεριακλήδες" της εποχής, τον ναργιλέ τον αποκαλούσαν χαρακτηριστικά και "βάσανο", λόγω της πολυσύνθετης διαδικασίας του.
-Στο εμπόριο σήμερα πωλούνται και αρωματικοί καπνοί ειδικά για ναργιλέ. Στη χρήση τέτοιου καπνού σημειώνεται πως μετά τη τοποθέτηση του χαρμανιού στο λουλά αυτός καλύπτεται με μικρό τεμάχιο ασημόχαρτου και με μια οδοντογλυφίδα δημιουργούνται πολλές οπές, πάνω από τις οποίες και τοποθετούνται τα μικρά αναμμένα κάρβουνα.
-Πολλές φορές λόγω έλλειψης φωτιάς χρησιμοποιούνται και καρβουνάκια, όχι όμως τόσο επιτυχώς.
-Ο ναργιλές σε διαμέρισμα, μόνο ως διακοσμητικό είδος συνηθίζεται, η δε χρήση δεν καθίσταται απαγορευτική.
Ορολογία
Η ορολογία που σχετίζεται με το ναργιλέ:
- λουλάς (κεραμική, διάτρητη εστία)
- τουμπεκί (ψιλοκομμένος καπνός)
- μαρκούτσι ή τσιμπούκι (εύκαμπτος σωλήνας που καταλήγει στο επιστόμιο)
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Καφέ Αμάν
Το Καφέ-Αμάν (όνομα που πιθανώς να προήλθε ίσως από το τούρκικο Μάνι Καβέσι), ήταν είδος λαϊκού καφενείου της προπολεμικής Ελλάδας μέσα στο οποίο δύο ή τρεις τραγουδιστές, οι επωνομαζόμενοι αμανετζήδες, αυτοσχεδίαζαν λέγοντας στίχους, συχνά στη μορφή του διαλόγου μεταξύ τους, πάντα σε ελεύθερο ρυθμό και μελωδία. Χαρακτηριστικό ήταν το επαναλαμβανόμενο επιφώνημα "αμάν, αμάν" που προσπαθούσαν με αυτό οι τραγουδιστές να κερδίσουν χρόνο για ν`αυτοσχεδιάσουν καινούργιους στίχους. Άλλη συνώνυμη ονομασία τέτοιου τύπου καφενείου ήταν και το Καφέ Σαντούρ, που ήταν συνηθέστερη στη Μικρά Ασία, και κυρίως στη Σμύρνη. Τα δε τραγούδια που άδονταν σ΄ αυτά λέγονταν αμανέδες ή μανέδες ή αμάνι.
Από τις παλιότερες μορφές αυτών των τραγουδιών ο αμανές, όπως το έλεγαν οι Ελληνες, ή "μανές", κατά τους Τούρκους, οι "αμάνι" κατά τους Μικρασιάτες, ήταν ακριβώς αυτό το ημι-αυτοσχέδιο τραγούδι που χαρακτηριζόταν από τη διασπορά ανάμεσα στους στίχους μεγάλων μελισμάτων πάνω στη λέξη αμάν και που ως επί το πλείστον ήταν καταθλιπτικού περιεχομένου.
Σε αντιδιαστολή αυτού του τύπου των καφενείων της παλιάς Αθήνας ήταν τα γνωστά πολυτελείας καφενεία Καφέ-Σαντάν όπου ακόμη και μικροί θίασοι παρουσίαζαν πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα.
Τελικά τα Καφέ Αμάν έπαψαν να υφίστανται μετά από ειδική απαγορευτική διάταξη του καθεστώτος του Μεταξά το 1937 με την οποία και απαγορεύθηκαν οι αμανέδες, σε δημόσιους χώρους σε όλη την ελληνική επικράτεια θεωρούμενοι (εσφαλμένα) ως καθαρό τουρκικό είδος.
Ένα από τα ωραία χαρακτηριστικά λαϊκά τραγούδια που αναφέρονται στα Καφέ αμάν είναι και οι στίχοι του ακόλουθου τραγουδιού που πρωτακούσθηκε στην Αμερική για κάποιον πλούσιο πλέον μετανάστη σε στοίχους και μουσική του Δημοσθ. Ζάττα με έντονη μίξη δημοτικού τραγουδιού σε ανατολίτικο μοτίβο και που φέρεται να πρωτοτραγούδησε ο Γιάννης Ιωαννίδης:
Ήμουνα μόρτης μια φορά λεβέντης της Αθήνας
Με λέγανε παλικαρά μα ψόφαγα της πείνας.
....................................................
Μα τώρα πού΄χω τον παρά και είμαι μεγαλείο
Βουτάω σ΄ όλες μια χαρά, είμαι ερωτοπωλείο.
Σαν μπαίνω στο καφέ-αμάν τα μάτια σαν σηκώνω
Δεν ξέρω αν «γιου-αρ ντεστάντ», κάθε καρδιά πληγώνω
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Από τις παλιότερες μορφές αυτών των τραγουδιών ο αμανές, όπως το έλεγαν οι Ελληνες, ή "μανές", κατά τους Τούρκους, οι "αμάνι" κατά τους Μικρασιάτες, ήταν ακριβώς αυτό το ημι-αυτοσχέδιο τραγούδι που χαρακτηριζόταν από τη διασπορά ανάμεσα στους στίχους μεγάλων μελισμάτων πάνω στη λέξη αμάν και που ως επί το πλείστον ήταν καταθλιπτικού περιεχομένου.
Σε αντιδιαστολή αυτού του τύπου των καφενείων της παλιάς Αθήνας ήταν τα γνωστά πολυτελείας καφενεία Καφέ-Σαντάν όπου ακόμη και μικροί θίασοι παρουσίαζαν πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα.
Τελικά τα Καφέ Αμάν έπαψαν να υφίστανται μετά από ειδική απαγορευτική διάταξη του καθεστώτος του Μεταξά το 1937 με την οποία και απαγορεύθηκαν οι αμανέδες, σε δημόσιους χώρους σε όλη την ελληνική επικράτεια θεωρούμενοι (εσφαλμένα) ως καθαρό τουρκικό είδος.
Ένα από τα ωραία χαρακτηριστικά λαϊκά τραγούδια που αναφέρονται στα Καφέ αμάν είναι και οι στίχοι του ακόλουθου τραγουδιού που πρωτακούσθηκε στην Αμερική για κάποιον πλούσιο πλέον μετανάστη σε στοίχους και μουσική του Δημοσθ. Ζάττα με έντονη μίξη δημοτικού τραγουδιού σε ανατολίτικο μοτίβο και που φέρεται να πρωτοτραγούδησε ο Γιάννης Ιωαννίδης:
Ήμουνα μόρτης μια φορά λεβέντης της Αθήνας
Με λέγανε παλικαρά μα ψόφαγα της πείνας.
....................................................
Μα τώρα πού΄χω τον παρά και είμαι μεγαλείο
Βουτάω σ΄ όλες μια χαρά, είμαι ερωτοπωλείο.
Σαν μπαίνω στο καφέ-αμάν τα μάτια σαν σηκώνω
Δεν ξέρω αν «γιου-αρ ντεστάντ», κάθε καρδιά πληγώνω
Πληροφορίες: Βικιπαίδεια
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)